Skip to content

Η Ναρκισσιστική Εκτροπή της Ψηφιακής Ψυχολογίας

Η ψυχολογία στο διαδίκτυο έχει πλέον μετατραπεί σε θέαμα: ψυχολόγοι-guru και αυτοαποκαλούμενοι θεραπευτές ή ψυχοεκπαιδευτές χρησιμοποιούν pop-ψυχολογικό jargon για να χτίσουν κύρος, αντλώντας ταυτόχρονα ναρκισσιστική τροφοδοσία και οικονομικά οφέλη. Η ψυχολογική γνώση συρρικνώνεται σε μισές αλήθειες, η κριτική σκέψη υποκαθίσταται από νέα δόγματα και οι followers εγκλωβίζονται σε ψευδο-θεραπευτικές σχέσεις. Κατά ειρωνικό τρόπο, σε μια κοινωνία ήδη βαθιά ναρκισσιστική, οι «ψυχολόγοι» που αγνοούν τα δικά τους ναρκισσιστικά ελλείμματα, ενισχύουν ακριβώς τον ναρκισσισμό που υποτίθεται ότι καταγγέλλουν.

[Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 12 λεπτά]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. Εισαγωγή

Την τελευταία δεκαετία είμαστε μάρτυρες της εκρηκτικής ανόδου μιας νέας ψηφιακής ελίτ: μιας πληθώρας από αυτόκλητους «ειδικούς» που κατακλύζουν τo διαδίκτυο, παράγοντας «ψυχολογικό περιεχόμενο» για τα social media και υποσχόμενοι νόημα και κατεύθυνση σε έναν κόσμο αβεβαιότητας. Η αμεσότητα των νέων τεχνολογικών μέσων, η χρήση εκλαϊκευμένης γλώσσας και, κυρίως, η διάχυτη ανάγκη για απλές συμβουλές μέσα στο χάος της υπερπληροφόρησης καθιστούν αυτή τη νέα μορφή θεραπευτικής κουλτούρας κοινωνικά ισχυρή και σχεδόν ακαταμάχητη.

Η συστηματική χρήση όρων όπως «τοξικότητα», «τραύμα», «ναρκισσισμός» ή «gaslighting» δεν διαμορφώνει απλώς νέα γλωσσικά ήθη – απογυμνώνει τις έννοιες από κάθε κλινικό και θεωρητικό περιεχόμενο και τις μετατρέπει σε ταμπέλες που τροφοδοτούν μια ψευδή αίσθηση κατανόησης και μια άκριτη, απλουστευτική εφαρμογή. Πολλοί αυτοαποκαλούμενοι ειδικοί, με ή χωρίς επιστημονική επάρκεια και συχνά χωρίς την απαιτούμενη κλινική εμπειρία, χρησιμοποιούν το jargon της pop-ψυχολογίας για να προσφέρουν «γνώση», «εκπαίδευση» και «θεραπεία» σε ένα μαζικό κοινό που δεν διαθέτει πάντα τον χρόνο ή τα απαραίτητα εργαλεία για να αξιολογήσει κριτικά το περιεχόμενο που καταναλώνει.

Κάποιοι δήθεν ειδικοί χρησιμοποιούν τη γλώσσα της ψυχολογίας όχι ως μέσο κατανόησης, αλλά ως όχημα αυτοπροβολής.

Στα πλαίσια αυτής της νέας κουλτούρας, πέρα από τους επαγγελματίες που όντως εργάζονται με υπευθυνότητα, έχει αναδυθεί ένα ανησυχητικό φαινόμενο: κάποιοι δήθεν «ψυχολόγοι» ή απλώς ψυχολογίζοντες, χρησιμοποιούν τη γλώσσα της ψυχολογίας όχι ως εργαλείο κατανόησης του ανθρώπινου, αλλά ως μηχανισμό αυτοπροβολής. Μέσα από βίντεο, αναρτήσεις, άρθρα και δημόσιες παρεμβάσεις, οικοδομούν μια εικόνα κύρους για τον εαυτό τους, αποκομίζοντας οικονομικά οφέλη, κοινωνική αναγνώριση και, τελικά, ναρκισσιστική ικανοποίηση.

Η τάση αυτή δεν είναι ουδέτερη ούτε κοινωνικά ούτε ψυχοπολιτικά. Η ψυχολογική γνώση αποπολιτικοποιείται και εργαλειοποιείται με τρόπο που όχι μόνο δεν ωφελεί, αλλά δυνητικά εγκλωβίζει σε απλοϊκές, εύπεπτες και συχνά παραπλανητικές αφηγήσεις. Στο μέτρο δε, που αυτές οι πρακτικές κανονικοποιούνται, ενισχύεται ο κίνδυνος γενικευμένης απαξίωσης της ψυχολογίας, η οποία στη συλλογική συνείδηση ήδη γίνεται αντιληπτή ως μηχανισμός ατομικής «βελτιστοποίησης» ή ως ένα ακόμη lifestyle προϊόν προς κατανάλωση στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού.

2. Ναρκισσισμός μεταμφιεσμένος σε ψυχολογική εκπαίδευση

Η χρησιμοποίηση της ψυχολογίας με ναρκισσιστικό τρόπο δεν αφορά απλώς κάποια αυταρέσκεια ή φλύαρη αυτοαναφορικότητα. Πρόκειται για μια βαθύτερη διεργασία, όπου η ψυχολογική γνώση παύει να λειτουργεί ως μέσο εμβάθυνσης στον ανθρώπινο ψυχισμό και μετατρέπεται σε όχημα επιβεβαίωσης και εξιδανίκευσης της εικόνας του ίδιου του «ειδικού». Σε αυτή τη μετατόπιση, η ψυχολογία μετατρέπεται σε παράσταση, όπου το κοινό υποκαθιστά το πρόσωπο και η ψυχολογική γλώσσα που ιδανικά θα όφειλε να ανοίγει πεδία κατανόησης, εκπίπτει σε λεξιλόγιο αγιοποίησης του ψυχολόγου-influencer.

Ο νέος αυτός τύπος «ψυχολόγου» δεν χρησιμοποιεί την ψυχολογία ως επιστήμη, αλλά ως προέκταση του δικού του ναρκισσισμού. Παράγει ακατάπαυστα περιεχόμενο για «τοξικούς», «ναρκισσιστές» και «χειριστικούς» ανθρώπους, ενώ η συνολική του παρουσία στο διαδίκτυο συνιστά ένα διαρκές αίτημα θαυμασμού. Μέσα από τη ρητορική της «αφύπνισης», αυτοπαρουσιάζεται ως σωτήρας που αποκαλύπτει «την αλήθεια» και, όταν δέχεται αμφισβήτηση, η απάντησή του είναι αμυντική ή τιμωρητική. Χωρίς ίσως να το αντιλαμβάνεται πάντα, χρησιμοποιεί την ψυχολογία ως μηχανισμό διαχείρισης του προσωπικού του ψυχικού υλικού, απλώς μεταμφιεσμένο σε «εκπαιδευτικό περιεχόμενο».

Ο ψυχολόγος-guru αναπτύσσει έναν έντονα σωτηριολογικό τόνο. Παρουσιάζεται ως πρόσωπο που «αφυπνίστηκε», που «κατάλαβε», που «είδε τη σκοτεινή πλευρά» και τώρα επιστρέφει για να προειδοποιήσει τους «ανυποψίαστους». Η ρητορική του, συχνά μεσσιανική, θυμίζει το ύφος μάρτυρα ή προφήτη. Στο αφήγημά του, κάθε ανθρώπινη δυσκολία περνά μέσα από τον φακό της τοξικότητας, κάθε «κακή» συμπεριφορά «σημαίνει κάτι» και κάθε αμφισβήτηση εκλαμβάνεται ως προσωπική επίθεση.

Τα ναρκισσιστικά άτομα που σημειώνουν επιτυχίες συχνά γίνονται αντικείμενο θαυμασμού και μίμησης, ενώ το προσωπικό τους κόστος και οι βλάβες που προκαλούν στους άλλους παραμένουν συνήθως αόρατα ή εκλογικεύονται ως αναπόφευκτες παρενέργειες.

— παραφρασμένο από Nancy McWilliams, Ψυχαναλυτική Διάγνωση (2000), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σ. 367.

Η επιμελημένη δημόσια εικόνα του, από τη θεματολογία μέχρι τη σκηνοθεσία και τη δραματική γλώσσα, αποτελεί έκφραση ναρκισσιστικών αναγκών: ο φόβος της ασημαντότητας οδηγεί σε καταιγισμό περιεχομένου και διαρκείς υπενθυμίσεις της «αυθεντίας» του, η ανάγκη για έλεγχο δημιουργεί «κλειστές κοινότητες» που αποκλείουν τον αντίλογο, το εσωτερικό κενό μεταφράζεται σε ρητορική περί «τραύματος» και «σκοταδιού», ενώ η δυσκολία ανεκτικότητας της αμφιθυμίας καταλήγει σε διχοτομήσεις: οι «καλοί» είναι τα θύματα, οι «κακοί» είναι οι νάρκισσοι.

Στο πλαίσιο αυτής της ναρκισσιστικής δυναμικής, η προσωπική αφήγηση λειτουργεί ως εργαλείο κατασκευής ψευδούς οικειότητας. Η αυτοαποκάλυψη μετατρέπεται σε αμυντικό μηχανισμό αντιστροφής και εκλογίκευσης: «δεν είμαι εγώ ο νάρκισσος, εγώ σας προστατεύω από τους νάρκισσους». Ο «ειδικός» μιλά σε πρώτο πρόσωπο για τις δικές του εμπειρίες και τα δικά του τραύματα ή αφηγείται τη δική του «ιστορία επιβίωσης από τους ναρκισσιστές στη ζωή του». Ο λόγος του αποκτά κύρος όχι λόγω κάποιας επιστημονικής τεκμηρίωσης, αλλά επειδή η εξομολογητική μορφή δημιουργεί μια αίσθηση ηθικής ανωτερότητας: αν υπέφερε, είναι αυτομάτως αυθεντικός. Και αν είναι αυθεντικός, τότε είναι και αξιόπιστος.

Η σχέση με τους followers εξελίσσεται σε αμφίδρομη εξάρτηση, ή, με τον όρο του συρμού, «συνεξάρτηση». Η ενσυναίσθηση εδώ εκτελεί χρέη συναισθηματικής πρόσδεσης: ζητείται εμπιστοσύνη, αφοσίωση, διαρκής παρουσία. Ο φερόμενος ειδικός προβάλλει τον εαυτό του ως μοναδική πηγή αλήθειας σε έναν κόσμο γεμάτο «τοξικούς» και «κακοήθεις» ανθρώπους. Τα όρια μεταξύ ψυχοεκπαίδευσης και προσωπικής λατρείας θολώνουν, ενώ η επιστημονική γνώση, οι άλλοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας και τα δεοντολογικά πλαίσια περιφρονούνται ή απορρίπτονται, όταν δεν εξυπηρετούν την προσωπική αφήγηση.

ΣXETIKO ΘΕΜΑ

Πώς η θεραπεία που ασκείται με όρους lifestyle, χωρίς κατανόηση του ιστορικού και ιδεολογικού της πλαισίου, ενδέχεται να αποβεί απατηλή και δυνητικά επιζήμια.

Οι Θεραπευτές-Influencers και η Μετατροπή της Θεραπείας σε Καταναλωτική Εμπειρία

Το κοινό δεν μαθαίνει να σκέφτεται ψυχολογικά – μαθαίνει να ταυτίζεται με το αφήγημα και τις ανάγκες του ψηφιακού guru. Σύνθετα ψυχολογικά προβλήματα απλουστεύονται ή στιγματίζονται και αμφίβολες «θεραπευτικές» πρακτικές προωθούνται. Η προσωπικότητα του influencer γίνεται μονάδα μέτρησης της ανθρώπινης εμπειρίας, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ότι η θεραπεία επιτυγχάνεται μέσα από αποσπασματικές θεωρίες, υποσχέσεις για γρήγορες λύσεις και απόλυτες «αλήθειες».

Το τελικό αποτέλεσμα είναι να εκφυλίζεται η ψυχολογική γνώση σε μέσο κοινωνικής και προσωπικής αυτοεπιβεβαίωσης, αφήνοντας το κοινό εκτεθειμένο σε συναισθηματική χειραγώγηση, παραπληροφόρηση και στην αναπόφευκτη σταδιακά συνειδητοποίηση ότι η θεραπεία, όταν μετατρέπεται σε θέαμα, παύει να είναι θεραπεία.

3. Ο «θεραπευτής» που θεραπεύει τον εαυτό του

Το ψυχοδυναμικό υπόβαθρο αυτού του φαινομένου είναι περίπλοκο μεν, αλλά ευρέως γνωστό. Άτομα με ασταθή αίσθηση εαυτού συχνά αναζητούν εξωτερικούς καθρέφτες για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξή τους, τη σημαντικότητά τους, την αξία τους. Και η ψυχολογία, ιδίως όταν χρησιμοποιείται άσκεφτα και καταχρηστικά, προσφέρει έναν από τους πιο ισχυρούς καθρέφτες της εποχής μας. Η φιγούρα του «επιστήμονα» ή του «ειδικού» φέρει μαζί της γόητρο, εξουσία και αυθεντία – και όταν κάποιος μιλάει με περισσή αυτοπεποίθηση για την ανθρώπινη ψυχή, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται εμπιστοσύνη σχεδόν αυτόματη.

Οι κλασικοί ψυχαναλυτές του ναρκισσισμού, από τον Kohut ως τον Kernberg, έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι με εύθραυστο Εγώ εξαρτώνται από εξωτερικές πηγές αναγνώρισης για να διατηρήσουν έστω και μια ψευδαίσθηση συνοχής. Στον πυρήνα αυτής της διαδικασίας βρίσκεται η προβολή: εκείνος που καταγγέλλει την τοξικότητα ή τον ναρκισσισμό συχνά αναπαράγει τα ίδια ακριβώς μοτίβα στα οποία επιτίθεται, χρησιμοποιώντας την ψυχολογία ως μέσο για να προβάλλει προς τα έξω τις δικές του εσωτερικές συγκρούσεις. Και δεν πρόκειται πάντοτε για συνειδητή χειραγώγηση – τις περισσότερες φορές συνιστά αμυντική προσπάθεια μετατροπής της κοινωνικής επιβεβαίωσης σε ναρκισσιστική τροφοδοσία.

Η ψυχολογία μετατρέπεται σε σκηνή αυτοθεραπείας, όπου ο influencer παριστάνοντας τον θεραπευτή «θεραπεύει» το Εγώ του.

Η περσόνα του «φωτισμένου» λειτουργεί ως ιδανικό Εγώ. Η ταυτότητα του «ψυχολόγου» ή του «θεραπευτή» παρέχει έναν μανδύα νομιμοποίησης και μια ψευδή αίσθηση αξίας, που διατηρείται όχι από εσωτερική επάρκεια, αλλά από την αίσθηση δύναμης που προσφέρει το κοινό. Κάθε like και σχόλιο στο Facebook, κάθε καρδούλα στο Tik Tok και στο Instagram, κάθε view στο Youtube, η παραμικρή έκφραση θαυμασμού λειτουργεί σαν καθρέφτης αυτοεκτίμησης, ισχυροποιώντας τον ναρκισσισμό.

Έτσι, η ψυχολογία μετατρέπεται σε σκηνή αυτοθεραπείας. Ο influencer παριστάνει τον χαρισματικό θεραπευτή θεραπεύοντας τον εαυτό του, όχι μέσω της δύσκολης και συχνά επώδυνης διεργασίας που απαιτεί η πραγματική ψυχοθεραπεία, αλλά μέσω της κοινωνικής αποδοχής. «Ηγέτης» και οπαδοί, αντί να έρθουν αντιμέτωποι με το υπαρξιακό κενό, το ντύνουν με δράμα, θρησκευτικού τύπου δεήσεις και ψευδαισθήσεις, συμμετέχοντας από κοινού σε μια παράσταση αμοιβαίας εξαπάτησης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η θεραπευτική εμπειρία μιας γυναίκας που δοκίμασε να μετακινηθεί από μια θέση άκαμπτης “παντοδυναμίας” σε μια πιο ρεαλιστική και ανθρώπινη θέση.

Ναρκισσιστικές Φαντασιώσεις ή Πραγματικότητα; Μια Ιστορία Θεραπείας

4. Ναρκισσιστικές κουλτούρες, ιδεολογίες woke και pop-ψυχολογίες

Η εποχή μας φαίνεται να ευνοεί τέτοιου τύπου φαινόμενα. Η μετανεωτερική εμμονή στην αξία της προσωπικής αφήγησης, η μυθολογία της αυτοπραγμάτωσης, η αποθέωση της «αυθεντικότητας» και η κουλτούρα της διαδικτυακής έκθεσης συνθέτουν ένα οικοσύστημα πρόσφορο για την ανάδειξη ατόμων με ναρκισσιστικές τάσεις. Ο ψηφιακός κόσμος καθιερώνει ως μέτρο αξίας και κοινωνικής διάκρισης την απόκτηση «ακολούθων», ενώ οι αλγόριθμοι ανταμείβουν τις κινήσεις εντυπωσιασμού και τη συναισθηματική ένταση ή, με λίγα λόγια, όσους μπορούν να παράγουν θέαμα. Και διαχρονικά, κανένα θέαμα δεν είναι πιο ακαταμάχητο από τον άνθρωπο που υπόσχεται απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα.

Μια άλλη διάσταση είναι η εργαλειακή χρήση της ιδεολογικής ταυτότητας. «Ειδικοί» που αυτοπροβάλλονται ως προοδευτικοί και κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι συχνά αποκτούν ηθικό κύρος που τους θέτει υπεράνω κριτικής. Η γλώσσα της συμπερίληψης – με τον «σεβασμό», την «ανεκτικότητα», τα «ανθρώπινα δικαιώματα» και άλλα παρόμοια – μετατρέπεται σε ασπίδα «ακαταλόγιστου», όπου δεν αξιολογείται το περιεχόμενο αλλά η πολιτική τοποθέτηση του ψηφιακού ψυχολόγου. Και όσο πιο «σωστός» ιδεολογικά εμφανίζεται κάποιος, τόσο δυσκολότερο γίνεται για το κοινό να εντοπίσει την έλλειψη επαγγελματισμού. Η woke ρητορική, όταν χρησιμοποιείται ως κάλυμμα ή εξορθολογισμός αμφιλεγόμενων συμπεριφορών, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ο ομιλητής είναι πολιτικά ορθός και δεοντολογικά αξιόπιστος, ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετεί μόνο προσωπικά συμφέροντα.

ΣXETIKO ΘΕΜΑ

Ο δικαιωματισμός, η κουλτούρα της αφύπνισης και η πολιτική ορθότητα ως βασική ιδεολογία διαμόρφωσης, πλαισίωσης και ηθικής νομιμοποίησης της νέας μορφής στην οποία μετασχηματίζεται ο καπιταλισμός σε αυτή την ιστορική του φάση.

Η Woke Κουλτούρα ως Κυρίαρχη Ιδεολογία της Μετα-ανθρώπινης Κοινωνίας

Παράλληλα, η pop–ψυχολογία – ένα πολιτισμικό και επικοινωνιακό φαινόμενο διαδεδομένο ήδη από τη δεκαετία του ’80 στην Αμερική – έχει εξελιχθεί σε παγκόσμιο ψηφιακό ρεύμα. Η πρόθεση συχνά είναι θετική και αφορά τη διάδοση ψυχολογικών εννοιών με εκλαϊκευμένο τρόπο. Ωστόσο, η pop–ορολογία που χρησιμοποιείται στη φιλολογία περί ναρκισσισμού, όπως «no contact», «τριγωνοποίηση», «gaslighting», «love bombing», «hoovering» και τα συναφή, υπεραπλουστεύει σύνθετα ψυχολογικά φαινόμενα και οδηγεί σε πρόωρες αυτοδιαγνώσεις ή στερεοτυπικές κρίσεις για τους άλλους. Ιδίως, η παθολογικοποίηση και βάφτιση κάθε δυσάρεστης ή εγωκεντρικής συμπεριφοράς ως «ναρκισσιστικής» έχει ως αποτέλεσμα να χάνονται οι λεπτές διακρίσεις ανάμεσα σε «διαταραχή προσωπικότητας», ψυχολογική άμυνα ή απλώς κακή στιγμή.

Τελικά, η άκριτη χρήση ψυχολογικών ετικετών χωρίς επαρκή θεωρητική πλαισίωση δημιουργεί ψευδείς βεβαιότητες και μια ψευδαίσθηση γνώσης που δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα της ψυχολογικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Η εργαλειοθήκη της pop-ψυχολογίας παρουσιάζεται ως γρήγορη λύση στο ανθρώπινο αίνιγμα, ενώ στην ουσία μέσα από πολιτικά ύποπτα ιδεολογήματα αποκρύπτει τις αντιφάσεις, τις αμφιθυμίες και τις ψυχικές συγκρούσεις που συνθέτουν την ανθρώπινη εμπειρία.

5. Το παράδοξο του «ναρκισσιστή που καταγγέλλει τον ναρκισσισμό»

Σε μια κοινωνία ήδη βαθιά ναρκισσιστική, οι influencers–ψυχολόγοι με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά αναπαράγουν ακριβώς τη ναρκισσιστική κουλτούρα που υποτίθεται ότι καταγγέλλουν.

Το πραγματικό οξύμωρο βρίσκεται στη διαδικασία «ψυχοεκπαίδευσης» του κοινού. Όσο περισσότερο ο δήθεν ψυχολόγος «εκπαιδεύει» το κοινό να αναγνωρίζει τους «ναρκισσιστές», τόσο πιο πολύ θωρακίζει το δικό του ναρκισσιστικό αφήγημα: όποιος τον αμφισβητεί είναι «τοξικός» ή «του κάνει gaslighting». Η έννοια της τοξικότητας γίνεται εργαλείο αυτοπροστασίας: κάθε απόπειρα κριτικής βαφτίζεται κακόβουλη ή παθολογική αφήνοντας την αυθεντία του στο απυρόβλητο και δημιουργώντας ένα σύστημα κλειστό και αυτοτροφοδοτούμενο.

Η ειρωνεία είναι κατάφωρη. Το αφήγημα ευαγγελίζεται την απελευθέρωση και την προσωπική αυτονομία, ενώ στην πραγματικότητα δημιουργεί έναν νέο τύπο δογματικής εξουσίας. Ο «ειδικός» μιλάει παθιασμένα για ανθρώπινα δικαιώματα και υπεράσπιση των ευάλωτων και των θυμάτων, τη ίδια στιγμή που ο ίδιος καταπατά κάθε όριο ηθικής και δεοντολογίας, απαιτώντας πλήρη αφοσίωση και τυφλή εμπιστοσύνη. Το ρητορικό τέχνασμα περί ελευθερίας και αυτοδιάθεσης, σε πλήρη αντιστροφή, οδηγεί σε ένα νέο είδος ψυχολογικού δεσποτισμού.

Η ρητορική περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτουργεί ως μανδύας προώθησης προσωπικών δικαιωμάτων.

Κατά ειρωνικό τρόπο, ο ίδιος ο influencer συνήθως δεν αντιλαμβάνεται κάτι αντιφατικό στη στάση του. Ο εγωκεντρισμός, όπως ξέρουμε, βρίσκεται στον αντίποδα της ενσυναίσθησης. Εκείνος δεν βλέπει ναρκισσισμό, βλέπει επιτυχία και απήχηση. Καθώς η δημοσιότητα βαθαίνει το σύμπτωμά του, βαυκαλίζεται ότι ασκεί την ψυχολογία επειδή αγαπά τον άνθρωπο, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί την ψυχολογία και τον άνθρωπο για να αγαπήσει τον εαυτό του.

6. Οι παγίδες της διαδικτυακής ψευδο-θεραπείας

Για το ευρύτερο κοινό, οι συνέπειες μπορεί να είναι βαθιές και παρατεταμένες. Πολλοί άνθρωποι που έχουν υποστεί κακοποιητικές ή τραυματικές συμπεριφορές στρέφονται σε πρόσωπα που μιλούν με αποφασιστικότητα και βεβαιότητα, αναζητώντας ξεκάθαρες ερμηνείες και «ανάρρωση». Η αίσθηση ότι «κάποιος με καταλαβαίνει, κάπου ανήκω», λειτουργεί σαν καταφύγιο σε έναν κόσμο που βιώνεται ως ρευστός ή επικίνδυνος, ενώ ταυτόχρονα ενεργοποιεί ή ενισχύει την ανάγκη για ταύτιση με μια φαινομενικά ανώτερη, «φωτισμένη» φιγούρα.

Ωστόσο, όταν ο «ψυχολόγος» έχει ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, το τραύμα μετατρέπεται σε ταυτότητα και η κουλτούρα της θυματοποίησης αποθεώνεται, προκαλώντας περαιτέρω ψυχική επιβάρυνση και μια μόνιμη αίσθηση ότι η τοξικότητα, η χειραγώγηση και η εκμετάλλευση βρίσκονται παντού. Το κοινό αρχίζει να συγκροτεί ναρκισσιστικά σχήματα σκέψης που αποκλείουν την αυτοκριτική και τροφοδοτούν μια αδιάκοπη ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση. Σταδιακά, οικοδομείται γύρω από τον ψυχολόγο–guru ένα είδος παρα–ψυχολογικής «σέκτας», όπου η τυφλή πίστη βαφτίζεται «ενσυναίσθηση» και ο «ειδικός» για τον κάθε άνθρωπο, αντί να είναι ο ίδιος ο εαυτός του, γίνεται ο influencer.

Με την καθοδήγηση ενός εκτεταμένου δικτύου θεραπευτικών επαγγελμάτων – τα οποία έχουν μετατοπιστεί από την ενδοσκόπηση στην επιτυχή αντιμετώπιση και τροποποίηση της συμπεριφοράς – οι σύγχρονοι άνθρωποι επιχειρούν να κατασκευάσουν μία «τεχνολογία του εαυτού», ως έσχατο μέσο αποφυγής της προσωπικής κατάρρευσης.

— παραφρασμένο από Christofer Lasch, Ο Ελάχιστος Εαυτός (2006), εκδ. Νησίδες, σ. 46.

Η γνωστική σύγχυση είναι αναπόφευκτη. Οι θεατές εκπαιδεύονται να παπαγαλίζουν ψυχολογικούς όρους, μαθαίνοντας όχι πώς να σκέφτονται αλλά τι να σκέφτονται. Και μάλιστα, η ταύτιση με τον λόγο του «ειδικού» συνοδεύεται συχνά από φανατική υπεράσπισή του και επιθετικότητα απέναντι σε κάθε «αντιφρονούντα». Η υποτιθέμενη ψυχοεκπαίδευση, δηλαδή, αντί να διευρύνει τους ορίζοντες, καταλήγει να τους κλείνει. Οι ψυχολογικές έννοιες μετατρέπονται σε πολεμικά συνθήματα και η αναζήτηση αυτογνωσίας εκφυλίζεται σε ναρκισσιστικό μανιφέστο αυτοεπιβεβαίωσης που προπαγανδίζεται μέσα από δεκάλεπτα ή εικοσάλεπτα βίντεο.

Σε αυτά τα πλαίσια, το ήδη τραυματισμένο άτομο παγιδεύεται σε μια νέα μορφή συναισθηματικής προσκόλλησης, όπου ο «θεραπευτής» μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς και δήθεν θεραπευτικό υποκατάστατο. Οι θεατές επικοινωνούν μαζί του με όλους τους διαθέσιμους τρόπους, αναζητώντας ενεργητικά καθοδήγηση, παρηγοριά και απαντήσεις. Η συμμετοχή στην «κοινότητα» δεν προσφέρει απλώς ασφάλεια, αλλά και μια αίσθηση ανωτερότητας και δικαίωσης που επίσης καλλιεργεί ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά. Τελικά, διαμορφώνεται μια διαστρεβλωμένη μορφή ψευδοθεραπευτικής σχέσης που όχι μόνο στερείται τη δεοντολογία και τον σεβασμό μιας πραγματικής θεραπευτικής σχέσης, αλλά εμπεριέχει και μια εκτρωματική αντιστροφή ρόλων μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, με τον θεραπευτή να παίρνει και τους θεατές να δίνουν, σε σημείο που αγγίζει τα όρια παραχώρησης της αυτονομίας τους.

Συνήθως, περνάει πολύς καιρός προτού συνειδητοποιήσει κάποιος ότι η αληθινή «ανάρρωση» δεν έρχεται μέσα από οδηγίες τύπου «no contact», αλλά απαιτεί προσωπική διερεύνηση, κριτική σκέψη και το αναγκαίο θάρρος να κοιτάξει κανείς πέρα από τον ψηφιακό καθρέφτη – ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει να αναγνωρίσει τη δική του συμμετοχή στη δυναμική που εξαρχής τον σαγήνευσε.

7. Η ψυχολογία ως reality και η κοινωνία σε παραπλάνηση

Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, αυτό που φαίνεται ατομικό είναι στην πραγματικότητα κοινωνικό: η ψυχολογία τείνει να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτισμικής χειραγώγησης με πολλές διαδικτυακές κοινότητες γύρω από την ψυχική υγεία να αναπαράγουν τη γενικότερη θυματοποίηση, παθητικοποίηση και πόλωση ως ιδεολογική κανονικότητα.

Η κοινωνική αναπαράσταση της επιστήμης της ψυχολογίας, όπως διαμορφώνεται κυρίως στο διαδίκτυο, έχει φτάσει να εξισώνεται με ταχύρρυθμο σεμινάριο ταμπελοποίησης ή βιομηχανία παραγωγής τεχνικών αυτοβελτίωσης. Οι περισσότεροι ψυχολόγοι–guru ταυτίζουν σχεδόν αυτονόητα την ψυχολογία με την ψυχοθεραπεία, συσκοτίζοντας το γεγονός ότι η θεραπεία αποτελεί μια μόνο από τις βασικές εφαρμογές της ψυχολογίας, αλλά δεν εξαντλεί το εύρος του αντικειμένου της. Πολύ πέρα από έτοιμες «τεχνικές» και τεχνοκρατικές απλουστεύσεις, η ψυχολογία συνιστά πρωτίστως μια μέθοδο σκέψης, έναν τρόπο κριτικής διερεύνησης του πώς το ατομικό και το κοινωνικό αλληλοδιαπλέκονται στη διαμόρφωση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Και η ίδια η θεραπεία, όμως, δέχεται ισχυρότατα πλήγματα. Θεμελιώδεις αρχές δεοντολογίας – τα όρια της θεραπευτικής σχέσης, η αυτογνωσία του επαγγελματία, η προστασία του κοινού από επιζήμιες πρακτικές – παραβιάζονται, ενώ οι επαγγελματίες που τις τηρούν γίνονται αντιληπτοί ως «απαιτητικοί» ή «παρωχημένοι». Η θεραπεία είναι μια λεπτή, περίπλοκη διαδικασία που απαιτεί πραγματική ενσυναίσθηση και διάθεση κατανόησης, όχι επίδειξης – απαιτεί να βλέπεις τον άλλον, όχι το είδωλό σου καθρεφτισμένο μέσα του. Όταν μετατρέπεται σε θεατρινισμούς, δημόσιες εξομολογήσεις και lifestyle συνταγές, όχι μόνο δεν θεραπεύει, αλλά αντίθετα τραυματίζει, ακυρώνοντας τον ίδιο της τον σκοπό.

ΣXETIKO ΘΕΜΑ

Το πιο αξιόπιστο θεραπευτικό εργαλείο που διαθέτει ο θεραπευτής και μπορεί να προσφέρει είναι ο ίδιος ο εαυτός του, η παρουσία του. Η σχέση που οικοδομείται μεταξύ θεραπευτή και πελάτη είναι εκείνο ακριβώς το στοιχείο που αλλάζει κατά κάποιο τρόπο και τους δύο.

Η Θεραπευτική Συνάντηση

Η χρησιμοποίηση της ψυχολογικής γνώσης με ναρκισσιστικό τρόπο λειτουργεί διαλυτικά και σε επίπεδο κοινωνικής συνοχής. Σε μια ιστορική συγκυρία έντονης πόλωσης, η εμμονική ενασχόληση με το «ποιος είναι ναρκισσιστής» ενισχύει τις κοινωνικές διαιρέσεις σε «καλούς» και «κακούς», αποκλείοντας τις ενδιάμεσες αποχρώσεις της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. Πέρα από το πώς αντιλαμβανόμαστε τους άλλους, τέτοιες μανιχαϊστικές λογικές επεκτείνονται και στον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε προσανατολισμό για την ίδια την εμπειρία μας. Η σύγχρονη ψυχολογική κουλτούρα καταλήγει τότε να λειτουργεί ως ένα νέο είδος κοσμικής θρησκείας, όπου η ανάγκη για νόημα και καθοδήγηση δεν οδηγεί σε εσωτερική ή κοινωνική αναζήτηση, αλλά αφήνεται συμβολικά στα χέρια του κάθε influencer.

Γίνεται φανερό ότι το βάθος αυτής της κρίσης είναι πολύπλευρο, καθώς αγγίζει κοινωνικές και ψυχικές σφαίρες ταυτόχρονα. Η χρήση της ψυχολογίας για ενίσχυση του προσωπικού ναρκισσισμού είναι μια μικρογραφία της σύγχρονης κοινωνικής παθολογίας, όπου η επίκληση της αυθεντίας, η επίδειξη «γνώσης» και η επιτελεστικότητα υπερβαίνουν την ουσία, συσκοτίζοντας τα όρια μεταξύ ψευδαίσθησης και κοινωνικής πραγματικότητας. Η ψυχολογία έχει αρχίσει να θυμίζει reality – ένα πολιτισμικό και εμπορικό προϊόν που όμως η κοινωνία πληρώνει σε αυτοσυνείδηση και κοινωνική συνοχή.

8. Κριτική εγρήγορση απέναντι στις ψευδο-ψυχολογίες

Συνοψίζοντας, το φαινόμενο της ναρκισσιστικής χρήσης της ψυχολογίας δεν είναι απλώς μια πολιτισμική μόδα ή μια ατομική εκτροπή, αλλά ένα σύμπτωμα της εποχής με συνέπειες διαβρωτικές: ψυχικός αποπροσανατολισμός για τους θεατές και ενίσχυση μιας ψυχολογίας που ευθυγραμμίζεται ολοένα και περισσότερο με τα νεοφιλελεύθερα αφηγήματα περί ατομικής ευθύνης, αποσιωπώντας την κοινωνική διάσταση των ψυχολογικών φαινομένων.

Η σύγχρονη θεραπευτική κουλτούρα, ή τουλάχιστον ορισμένες πλευρές της, απαιτεί κριτική εγρήγορση. Καθώς οι διάφορες υβριδικές «θεραπείες μέσω οθόνης» πολλαπλασιάζονται και η γλώσσα της ψυχολογίας κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα, η ευθύνη για τους επαγγελματίες γίνεται μεγαλύτερη. Προφανώς χρειάζεται και θεσμική προστασία του επαγγέλματος, αλλά βαραίνει και κάθε ψυχολόγο ή θεραπευτή η ευθύνη να αμφισβητεί και να αναγνωρίζει τα όρια της επιστήμης του, χωρίς να χρησιμοποιεί την ψυχολογία για ιδιοτελείς σκοπούς. Εξάλλου, ο λόγος περί ψυχολογίας δεν είναι ποτέ ουδέτερος: κάθε λέξη και κάθε παρέμβαση χρωματίζεται αναπόφευκτα από τις αξίες, τις ιδεολογίες και, ακόμα, τις αβεβαιότητες του ειδικού. Στο τέλος, είναι η ικανότητα του επαγγελματία να τις αναγνωρίζει και να τις χειρίζεται με κριτική διάθεση αυτό που καθορίζει την ποιότητα της πρακτικής του.

Το μεγαλύτερο μετα-παράδοξο της εποχής μας είναι ότι οι ναρκισσιστικές κουλτούρες που αποθεώνουν την πρωτοκαθεδρία του ατόμου και κηρύσσουν την «απελευθέρωση από όλες τις καταπιέσεις» καταλήγουν συχνά να δημιουργούν νέα στερεότυπα και νέες μορφές πολιτικής ορθότητας και ιδεολογικής αυθεντίας. Κόντρα σε αυτό το φαινόμενο και σε αντίθεση με τους ψυχολόγους–celebrity που διαφημίζουν την παντοδυναμία τους, οι ψυχολόγοι που κρατούν κριτικές αποστάσεις από κάθε είδους «ορθοδοξία» γνωρίζουν ότι το νόημα της δουλειάς τους βρίσκεται στον σκεπτικισμό, στην περιέργεια και στην ταπεινή παραδοχή ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός, ευτυχώς, αντιστέκεται και θα αντιστέκεται πάντα στα επιστημονικά ή μη εργαλεία τους.

ΣXETIKO ΘΕΜΑ

Μια περιπλάνηση στα κυρίαρχα και μη νοήματα του κόσμου, μια αναδόμηση της προσωπικής ιστορίας και ένας προσανατολισμός στον χώρο και στον χρόνο: αυτή είναι η εμπειρία της θεραπείας.

Ψυχολογικές – Συμβουλευτικές Υπηρεσίες

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Abrams, Z. (2024, November 6). Addressing misinformation about mental health with patients. American Psychological Association. https://www.apa.org/topics/journalism-facts/misinformation-mental-health?utm_source=chatgpt.com
Buffardi, L. E. & Campbell, W. K. (2008). Narcissism and social networking sites. Personality and Social Psychology Bulletin, 34(10):1303–1314.
Furedi, F. (2004). Therapy Culture: Cultivating Vulnerability in an Uncertain Age. London: Routledge.
Gillis, K. (2024, August 28). The danger of unlicensed mental health influencers. Psychology Today. https://www.psychologytoday.com/us/blog/invisible-bruises/202406/the-danger-of-unlicensed-mental-health-influencers?utm_source=chatgpt.com
Kernberg, O. (1975). Borderline Conditions and Pathological Narcissism. New York: Jason Aronson, 1995.
Kohut, H. (1971). The Analysis of the Self: A Systematic Approach to the Psychoanalytic Treatment of Narcissistic Personality Disorders. Chicago: The University of Chicago Press.
Kristinsdottir, K. H., Gylfason, H. F., & Sigurvinsdottir, R. (2021). Narcissism and social media: The role of communal narcissism. International Journal of Environmental Research and Public Health, 18(19):10106.
Lack, C. W. & Rousseau, J. (2022). Mental health, pop psychology, and the misunderstanding of clinical psychology. In G.J.G. Asmundson (Ed.), Comprehensive Clinical Psychology, 2nd edition, (47-62). Elsevier.
Λας, Κ. (1984). Ο Ελάχιστος Εαυτός: Ψυχική Επιβίωση σε Καιρούς Αναστάτωσης. Θεσσαλονίκη: Νησίδες, 2006. 
Λας, Κ. (1979). Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού. Θεσσαλονίκη: Νησίδες, 2002.
McWilliams, N. (2000). Ψυχαναλυτική Διάγνωση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Sugarman, J. (2015). Neoliberalism and psychological ethicsJournal of Theoretical and Philosophical Psychology, 35(2):103–116.

Αν είχε κάποιο νόημα για εσάς αυτό το άρθρο θα χαρώ να πάρετε μέρος στη συζήτηση.

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας στο τέλος του άρθρου στα ήδη υπάρχοντα0σχόλια.
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Βιβή Φατούρου

Βιβή Φατούρου

Είμαι η Βιβή Φατούρου και στη δουλειά μου ως ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια βοηθάω τους ανθρώπους να γίνουν όλα όσα μπορούν να γίνουν. Γράφω κείμενα γύρω από όλα τα ανθρώπινα με βάση τη δική μου κατανόηση για τη ζωή, τα οποία στέλνω με email σε όλα τα μέλη της κοινότητας του Ψυχολογώ: Εγγραφή.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Εγγραφή στο Newsletter

Μείνετε σε επαφή με το Ψυχολογώ για να λαμβάνεται στο email σας τα νέα άρθρα και να ενημερώνεστε πρώτοι για οτιδήποτε καινούργιο συμβαίνει στο blog.

Τα στοιχεία σας παραμένουν απόρρητα και εμπιστευτικά. Όροι Χρήσης.

No comment yet, add your voice below!


Προσθήκη σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ψυχοθεραπευτικές Συμβουλευτικές Υπηρεσίες

Ενημερωθείτε για τις υπηρεσίες που προσφέρω και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύω.