Skip to content

Όταν η Επιθυμία Συγκρούεται με την Ιδεολογία

Η αμφιθυμία των σύγχρονων γυναικών απέναντι στους άντρες

Το κείμενο αυτό δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε «σωστές» απόψεις για τις σχέσεις των φύλων. Δεν είναι φεμινιστικό μανιφέστο, αλλά ούτε αντι-φεμινιστικό σχόλιο – δεν καταγγέλλει τις γυναίκες, ούτε υπερασπίζεται τους άντρες. Αντίθετα, επιχειρεί να προσεγγίσει θαρραλέα την αμφιθυμία που διαπερνά τη γυναικεία επιθυμία: την ένταση ανάμεσα στη βιωμένη ανάγκη για οικειότητα και στις σύγχρονες αφηγήσεις χειραφέτησης. Μια ένταση πολιτικά άβολη και ψυχικά απαιτητική, που αναδεικνύει τα όρια των κυρίαρχων ιδεολογιών γύρω από τη γυναικεία εμπειρία. Επιλέγει να αντέξει την επιθυμία όπως είναι – αντιφατική και συχνά πολιτικά ανορθόδοξη – χωρίς να τη λογοκρίνει ή να τη «διορθώσει». Όπως και η ίδια η επιθυμία, δεν ζητά πολιτική άδεια.

[Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 18 λεπτά]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. Εισαγωγή: Όταν η επιθυμία για τους άντρες βιώνεται ως «πρόβλημα»

Είναι κοινό μυστικό ότι τα γραφεία των ψυχολόγων επισκέπτονται συχνότερα οι γυναίκες. Και συγκεκριμένα γυναίκες που στην πλειονότητά τους έχουν ετερόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό και στη θεραπεία τους ένα από τα κεντρικά θέματα συζήτησης είναι οι άντρες. Πολλές φορές, μάλιστα, η ίδια η απόφαση για θεραπεία πυροδοτείται από προβλήματα που σχετίζονται είτε με την ύπαρξη είτε με την απουσία σχέσης με έναν άντρα.

Στο θεραπευτικό δωμάτιο επανέρχεται τα τελευταία χρόνια μια φράση που διατυπώνεται συνήθως μεταξύ σοβαρού και αστείου, αλλά κατά βάθος κρύβει αληθινή ματαίωση: «τι κρίμα γαμώτο να μη μου αρέσουν οι γυναίκες – θα είχα γλιτώσει πολλά αν δεν έμπλεκα με άντρες». Η φράση έρχεται από ετεροφυλόφιλες γυναίκες που δηλώνουν ξεκάθαρα την επιθυμία τους για μια στενή διαπροσωπική σχέση με έναν άντρα – γυναίκες που δεν έχουν απορρίψει ούτε τη δέσμευση ούτε την προοπτική οικογένειας (στην κλασική ή όποια άλλη μορφή) και παρόλα αυτά δυσκολεύονται να σχετιστούν με τρόπο ικανοποιητικό για τις ίδιες. Ενώ δηλαδή επιθυμούν τον δεσμό, στην πράξη η συναναστροφή με τους άντρες βιώνεται ολοένα και συχνότερα ως απογοητευτική, εξουθενωτική ή και απειλητική.

Στα πλαίσια της θεραπείας η εμπειρία αυτή βιώνεται συνήθως ως προσωπικό αδιέξοδο, ενώ στην πραγματικότητα εγγράφεται σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο που ποινικοποιεί συγκεκριμένες μορφές επιθυμίας στο όνομα της χειραφέτησης. Πολλές γυναίκες σήμερα απορρίπτουν ιδεολογικά την παραδοσιακή ετεροφυλοφιλία ως παρωχημένη και «τοξική», ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουν να επιθυμούν μια σχέση σταθερότητας και δέσμευσης με έναν άντρα. Η επιθυμία για έναν «δυνατό» άντρα – σταθερό, αξιόπιστο, ακόμη και παραδοσιακό – δεν έχει εξαφανιστεί, απλώς έχει απονομιμοποιηθεί. Εκείνο δηλαδή που σε πρώτη ανάγνωση καταγράφεται ως υπαρξιακό μπέρδεμα, είναι στην ουσία το αποτύπωμα μιας εποχής που, ενώ υποτίθεται ότι έχει «προοδεύσει», δεν έπαψε ποτέ να υπαγορεύει στις γυναίκες ποια επιθυμία είναι «σωστή».

Το κείμενο δεν μιλάει για «όλες τις ετεροφυλόφιλες γυναίκες», αλλά για ένα συγκεκριμένο ιστορικά και κοινωνικά δείγμα γυναικών που όμως ενδέχεται να προσφέρει ενδείξεις για ευρύτερες κοινωνικές δυναμικές. Επίσης, οι εμπειρίες λεσβιών, αμφιφυλόφιλων και άλλων γυναικών με μη ετερόφυλες ταυτότητες δεν εξετάζονται στο παρόν, καθώς διαφέρουν ουσιωδώς και θα απαιτούσαν ξεχωριστή ανάλυση.

2. Η αμφιθυμία ως ψυχοπολιτική σύγκρουση

Ο ψυχολογικός όρος που θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα αυτή την εμπειρία είναι η αμφιθυμία. Όχι με την έννοια κάποιου ατομικού ψυχολογικού συμπτώματος ή ελλείμματος, αλλά ως ψυχική απάντηση σε ένα ψυχοκοινωνικό περιβάλλον αντιφατικών και συχνά ασύμβατων απαιτήσεων.

Οι γυναίκες σήμερα δεν φαίνεται να «απορρίπτουν» τους άντρες – αντιθέτως, συχνά τους επιθυμούν βαθιά και αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου και της ενέργειάς τους σε εκείνους. Ταυτόχρονα όμως τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία, θυμό ή ιδεολογική επιφύλαξη, μια στάση που δεν είναι μόνο ιδεολογικό κατασκεύασμα, αλλά και ιστορικά δικαιολογημένη εμπειρία βίας, ανισότητας και σεξουαλικής επισφάλειας. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η εμπειρία μεταφράζεται σε κανονιστική απαίτηση «ορθής» επιθυμίας – έτσι, στα πλαίσια της ύστερης νεωτερικότητας, οι άντρες γίνονται αντιληπτοί ως προνομιούχοι φορείς μιας φαλλοκρατικής, συντηρητικής ή συναισθηματικά ακατέργαστης κουλτούρας (βλέπε ματσίλα), η οποία έρχεται σε σύγκρουση με τις αξίες πολλών σύγχρονων γυναικών, εγείροντας ηθικά και πολιτικά ερωτήματα για το κατά πόσο μια σχέση μαζί τους είναι καν «επιτρεπτή» ή «βιώσιμη».

Πρόκειται για μια βαθιά αντιφατική ψυχική απόκριση που για να γίνει κατανοητή σε όλο το εύρος της, χρειάζεται να την αποσαφηνίσουμε πολιτικά και εννοιολογικά. Ενώ, όπως είπαμε, πολλές γυναίκες απορρίπτουν ιδεολογικά τις παραδοσιακές ετερόφυλες σχέσεις ή ακόμα και την ίδια την ετεροφυλοφιλία ως παρωχημένες, στην πράξη εξακολουθούν να επιθυμούν να σχετιστούν με άντρες που ενσαρκώνουν ακριβώς αυτή την «παρωχημένη» μορφή σχέσης και αρρενωπότητας. Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μια απλή συναισθηματική αμφιθυμία, αλλά μια συγκρουσιακή συνθήκη όπου η ανδρική ετερότητα βιώνεται ταυτόχρονα ως αντικείμενο επιθυμίας και ως ιδεολογικά προβληματική.

Η ανδρική ετερότητα βιώνεται ταυτόχρονα ως αντικείμενο επιθυμίας και ως πολιτικό πρόβλημα – μία αντίφαση που δεν είναι μόνο ψυχολογική, αλλά δομική.

Ένας ψυχοπολιτικός όρος που θα μπορούσε να περιγράψει αυτή τη συνθήκη, υπερβαίνοντας την έννοια της αμφιθυμίας και με σαφώς πιο συγκρουσιακό πολιτικό φορτίο, είναι ο όρος ετεροφοβία: όχι με την έννοια της μισανδρίας ή της κοινωνικής καταπίεσης της ετεροφυλοφιλίας, αλλά ως καχυποψία απέναντι στην ίδια την ετερόφυλη επιθυμία ιδίως όταν αυτή δεν ευθυγραμμίζεται με τα κυρίαρχα χειραφετητικά προτάγματα.

Ήδη διαφαίνεται ότι συζητάμε για ένα ψυχολογικά δύσκολο και πολιτικά «επικίνδυνο» θέμα που σίγουρα δεν προσφέρεται για εκλαΐκευση ή εύπεπτες ψυχολογικές συμβουλές. Και αυτό επειδή αφορά κάθε σύγχρονη γυναίκα που κινείται στο πλαίσιο μιας πολιτισμικής αντινομίας προσπαθώντας να διαπραγματευτεί την ταυτότητά της, τη σεξουαλικότητά της, την ελευθερία της και τα όρια της εξάρτησής της.

Η γυναίκα σήμερα βιώνει εσωτερικά την αμφιθυμία και εξωτερικά τη ρευστότητα του μετανεωτερικού σύμπαντος, αλλά φαίνεται ότι στερείται τα ερμηνευτικά εργαλεία, τη γλώσσα και τη νομιμοποίηση για να τις αναγνωρίσει και να τις εκφράσει – πόσο μάλλον για να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί. Έτσι, η σύγκρουση που βιώνει εκτείνεται σε πολλαπλά επίπεδα: σύγκρουση με την κοινωνική πραγματικότητα και τα αντιφατικά πρότυπα που προβάλλει – από τη μία οι κοινωνικά απαξιωμένοι γυναικείοι ρόλοι και από την άλλη τα girl-bosses – αλλά και εσωτερική σύγκρουση, ανάμεσα στην επιθυμία συναισθηματικής δέσμευσης και στην ανάγκη ευθυγράμμισης με τις σύγχρονες κοινωνικά ελκυστικές προοδευτικές επιταγές.

Θα ήταν τουλάχιστον παραπλανητικό να περιορίσουμε το φαινόμενο της αμφιθυμίας στο ενδοατομικό επίπεδο. Όχι επειδή σκοπεύουμε να «αθωώσουμε» τις γυναίκες απαλλάσσοντάς τες από τις ευθύνες τους, αλλά επειδή το φαινόμενο αφορά μια συγκρουσιακή κατάσταση που τέμνει το κλινικό, το ιστορικό και το πολιτικό επίπεδο και δεν προσφέρεται για αποσπασματικές ή αποπολιτικοποιημένες αναγνώσεις. Και αν κάποτε εμφανίζονται τέτοιες, είναι είτε προϊόν αφέλειας είτε γίνονται εκ του πονηρού.

3. Η πειθάρχηση της επιθυμίας στο όνομα της χειραφέτησης

Οι κυρίαρχοι πολιτικοί και θεραπευτικοί λόγοι γύρω από τη γυναικεία χειραφέτηση και «ψυχική υγεία», ενώ ως γνήσια φιλελεύθερα τέκνα εξυμνούν ρητορικά την αυτονομία, την ίδια στιγμή, αποδομώντας ή απονομιμοποιώντας συγκεκριμένες μορφές συναισθηματικής και συμπεριφορικής έκφρασης, επιβάλλουν συγκαλυμμένα όρους ιδεολογικής συμμόρφωσης.

Ορισμένες σχέσεις και επιθυμίες – και ιδίως η επιθυμία για στενή σχέση με έναν άντρα – αντιμετωπίζονται, ακόμα και από τις ίδιες τις γυναίκες, ως ιδεολογικά ύποπτες, ασύμβατες με την ελευθερία ή ακόμα και εν δυνάμει επικίνδυνες. Με απλά λόγια, οι γυναίκες ελκύονται από τους άντρες, αλλά δεν τους εκτιμούν. Η αμφιθυμία εδώ δεν είναι αστοχία ούτε σύγχυση, αλλά η ψυχική εγχάραξη μιας πολιτισμικής απαίτησης που ζητά ιδεολογικά «ορθόδοξες» θέσεις εκεί όπου η βιωμένη εμπειρία παραμένει πεισματικά ανορθόδοξη.

Συνήθως, αυτή η αμφιθυμία των γυναικών, ερμηνεύεται μέσα από απλουστευτικά σχήματα: άλλοτε ως ψυχολογικό πρόβλημα, άλλοτε ως προσωπική αποτυχία και, πιο πρόσφατα, ως πολιτική ασυνέπεια (βλέπε εσωτερικευμένος μισογυνισμός). Είτε παθολογικοποιείται είτε ηθικοποιείται, αλλά σπανίως εκλαμβάνεται ως αυτό που θα μπορούσε να είναι: μια μορφή αντίστασης στην προσπάθεια ομογενοποίησης και πειθάρχησης της επιθυμίας. Προσοχή όμως: αυτό δεν σημαίνει ότι η αμφιθυμία λειτουργεί κατ’ ανάγκην απελευθερωτικά – συχνά συγκροτείται ως εσωτερικός μηχανισμός παράλυσης, αναβολής και ενοχοποίησης. Ένα «σύμπτωμα», θα λέγαμε κλινικά, που δεν ανήκει αποκλειστικά στο ενδοψυχικό πεδίο, αλλά αναδύεται στο σημείο τομής ανάμεσα στα ιστορικά διαμορφωμένα ανθρωπολογικά δεδομένα, στις κοινωνικές προσδοκίες, τη συλλογική μνήμη και τις ατομικιστικές ιδεολογίες της εποχής.

Η αμφιθυμία εμφανίζεται με διπλή όψη: ενώ παραλύει και εξουθενώνει ψυχικά, συμβολικά αναδύεται ως εν δυνάμει αντίσταση στις προσπάθειες ομογενοποίησης της επιθυμίας.

Τα τελευταία ιδίως χρόνια παρατηρείται ένα παράδοξο. Ενώ οι γυναίκες στον δυτικό κόσμο διαθέτουν περισσότερες θεσμικές ελευθερίες, περισσότερες επιλογές και ευρύτερη πρόσβαση στη δημόσια σφαίρα από ποτέ, η σχέση τους με τους άντρες βιώνεται παραδόξως με ολοένα αυξανόμενη ένταση, δυσπιστία ή απογοήτευση. Η οικειότητα καθίσταται δύσκολη, η έλξη μπερδεύεται με την ενοχή και η ανάγκη για σύνδεση συγκρούεται με αφηγήσεις αυτάρκειας και αυτοπραγμάτωσης. Το αδιέξοδο αυτό δεν φαίνεται να επιλύεται ούτε με περισσότερη «ενημέρωση», ούτε με πολιτική κατήχηση, ούτε με ατομική ενδυνάμωση — ίσως γιατί το πρόβλημα δεν βρίσκεται αποκλειστικά ούτε στην ψυχολογία, ούτε στην πολιτική, ούτε στις σχέσεις καθαυτές, αλλά στις νοοτροπίες: στον τρόπο που παλιές και νέες αξίες, παλαιά και νέα στερεότυπα διαμορφώνουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε και μιλάμε για το φύλο, την επιθυμία, την εγγύτητα, την εξουσία και την ελευθερία.

Η προσέγγιση της αμφιθυμίας ως ατομική παθολογία ή απλή γραμμική συνέπεια μιας πατριαρχικής τάξης πραγμάτων, βλέπει το δέντρο αλλά όχι το δάσος. Και το δάσος εδώ είναι η τρέχουσα ιστορική σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την ιδεολογία – ανάμεσα στη βιωμένη ανάγκη για οικειότητα και στη συλλογική πολιτισμική απαίτηση για πολιτικά «ορθές» στάσεις. Κατά μία έννοια, η αμφιθυμία αυτή λειτουργεί ως ιστορικός διαγνωστικός δείκτης της οριακής συγκρότησης του σύγχρονου μετανεωτερικού κόσμου, ο οποίος απαιτεί από τη γυναίκα να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα.

ΣΧΕΤΙΚΟ ΘΕΜΑ

Οι αλλαγές που συντελούνται σε επίπεδο ταυτότητας, ανθρώπινου ψυχισμού και ψυχοπαθολογίας κατά την μεταμοντέρνα εποχή και η προσπάθεια κατανόησής τους υπό το πρίσμα της οριακής λειτουργίας.

Άνθρωποι και Κοινωνίες στα Πρόθυρα Οριακής Διαταραχής

4. Η αντίφαση ανάμεσα σε βιωμένη εμπειρία και εσωτερικευμένες αξίες

Ως ψυχολόγος και θεραπεύτρια, συναντώ καθημερινά αυτή τη σύγκρουση όχι ως αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, αλλά ως βίωμα. Εμφανίζεται στις αφηγήσεις των γυναικών για τις σχέσεις τους, την επιθυμία τους, τον θυμό τους, την ενοχή τους, τη μοναξιά τους. Η πολιτική τους τοποθέτηση ενάντια στα παραδοσιακά μοντέλα ετεροφυλοφιλικής σχέσης είναι ισχυρή. Παρόλα αυτά, εντυπωσιακά συχνά, οι γυναίκες εκφράζουν την επιθυμία για μια σχέση με έναν άντρα που ενσαρκώνει χαρακτηριστικά αρρενωπότητας τα οποία, στον σύγχρονο ιδεολογικό λόγο, έχουν καταχρηστικά στιγματιστεί ως «τοξικότητα». Χαρακτηριστικά όπως η αποφασιστικότητα, η ψυχική αντοχή, η ικανότητα ανάληψης ευθύνης, η σωματική και συναισθηματική σταθερότητα, ακόμη και κάποια μορφή προστατευτικότητας ή ισχύος, αντιμετωπίζονται συχνά όχι ως υπαρκτές και διαφοροποιημένες εκφράσεις της αρρενωπότητας, αλλά ως ύποπτες, παρωχημένες ή προβληματικές.

Η παθολογικοποίηση ακόμα και των δυνητικά λειτουργικών εκφράσεων της αρρενωπότητας, έλαβε μάλιστα και «επιστημονική» επικύρωση το 2018, όταν η Αμερικανική Ψυχολογική Ένωση (APA) εξέδωσε τις κατευθυντήριες οδηγίες για την ψυχολογική πρακτική με αγόρια και άνδρες – ένα κείμενο ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο, στο όνομα της ευαισθησίας απέναντι στα έμφυλα ζητήματα, η σύγχρονη ψυχολογική σκέψη φτάνει να συγχέει περιγραφικές διαπιστώσεις με κανονιστικές κρίσεις (π.χ. η ανδρική συναισθηματική αυτοσυγκράτηση σχετίζεται στατιστικά με μειωμένη αναζήτηση βοήθειας επομένως είναι προβληματική).

Ενώ, λοιπόν, οι γυναίκες απορρίπτουν συνειδητά την «τοξική αρρενωπότητα» ως έννοια και αφήγημα, στην πράξη συχνά επιθυμούν άντρες που ενσαρκώνουν ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που ο δημόσιος λόγος έχει μάθει να αντιμετωπίζει με καχυποψία. Μοιάζει παράλογο αλλά είναι απλό: όταν η εσωτερικευμένη απαίτηση για ιδεολογική συνέπεια προηγείται της εμπειρίας, η επιθυμία δεν εξαφανίζεται – απλώς επιστρέφει ως μπέρδεμα, ενοχή ή έλλειψη αυθεντικότητας. Και πυροδοτεί εσωτερικά διλήμματα: πώς να αναγνωρίσει κανείς τις ανάγκες του για σχέση και οικειότητα, όταν αυτές συγκρούονται με τις αξίες που έχει μάθει να υπερασπίζεται; Στην καθημερινή κλινική πράξη, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η απάντηση δεν είναι εύκολη. Οι προσπάθειες μάλιστα να ερμηνευτεί αυτή η σύγκρουση είτε αποκλειστικά ψυχολογικά είτε αποκλειστικά πολιτικά συνήθως αποτυγχάνουν – γιατί και στις δύο περιπτώσεις, κάτι ουσιώδες χάνεται.

Όταν η εσωτερικευμένη απαίτηση για ιδεολογική συνέπεια προηγείται της εμπειρίας, η επιθυμία δεν εξαφανίζεται – απλώς επιστρέφει ως ενοχή ή έλλειψη αυθεντικότητας.

Οι γυναίκες συχνά καταλήγουν να ακυρώνουν τη μία ή την άλλη πλευρά του εαυτού τους: είτε καταπνίγοντας την επιθυμία τους για σύνδεση, είτε απορρίπτοντας συλλήβδην την αρρενωπότητα ως κάτι εγγενώς προβληματικό ή «τοξικό». Ωστόσο, όσο ανεπαρκές είναι να ερμηνεύεται αυτή η σύγκρουση αποκλειστικά με ψυχολογικούς όρους, άλλο τόσο περιοριστικό είναι και το να αποδίδεται μονοδιάστατα σε κοινωνικές ή πολιτικές πιέσεις. Οι κυρίαρχες ιδεολογικές αφηγήσεις δεν επιβάλλονται απλώς στις γυναίκες – σε μεγάλο βαθμό εσωτερικεύονται, υιοθετούνται και αναπαράγονται από τις ίδιες ως αυτονόητες, ακόμα και όταν έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τη βιωμένη εμπειρία τους. Προσωποκεντρικά μιλώντας, οι γυναίκες εσωτερικεύουν κυρίαρχους «όρους αξίας» μέσα από τους οποίους αξιολογούν τον εαυτό τους και τις επιθυμίες τους – ακόμα και όταν το τίμημα είναι η αποξένωση από αυτό που πραγματικά επιθυμούν.

Το διαδεδομένο στερεότυπο ότι «δεν ξέρουν τι θέλουν» αποτυπώνει, στην πραγματικότητα, μια βαθύτερη πολιτισμική αντίφαση. Σε έναν κόσμο που φαινομενικά υπόσχεται απεριόριστες δυνατότητες αυτοπραγμάτωσης, οι γυναίκες καλούνται να είναι ταυτόχρονα αυτόνομες και βαθιά συνδεδεμένες, ανεξάρτητες και τρυφερές, απελευθερωμένες και συναισθηματικά διαθέσιμες. Και αντίστοιχα επιθυμούν έναν σύντροφο που ενσαρκώνει ταυτόχρονα αντικρουόμενες προσδοκίες (να είναι, για παράδειγμα, ευαίσθητος/τρυφερός και συνάμα δυνατός/αποφασιστικός), χωρίς να αναγνωρίζεται το ψυχικό κόστος αυτής της διαρκούς διαπραγμάτευσης.

Η πρόσκληση (πρόκληση;) να αναγνωρίσουν οι γυναίκες την εσωτερική σύγκρουση που βιώνουν, καθώς και την προσωπική τους συμμετοχή σε αυτή δεν ισοδυναμεί με παραδοχή αποτυχίας, ούτε σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείπουν τις συλλογικές διεκδικήσεις τους. Συνιστά, όμως, ρήξη με την ευκολία μετακύλισης της ευθύνης αποκλειστικά σε ψυχολογικούς ή πολιτικούς παράγοντες. Στα πλαίσια της θεραπευτικής διαδικασίας εξάλλου, η ρήξη αυτή αποτελεί το ελάχιστο προαπαιτούμενο προκειμένου το το άτομο να αναλάβει πραγματικά την ευθύνη της επιθυμίας του.

ΣXETIKO ΘΕΜΑ

Μαζί με τις θεωρίες των Freud, Jung, Skinner, Horney και μερικών ακόμα, η θεωρία προσωπικότητας και θεραπείας του Αμερικανού ψυχολόγου Carl Rogers είναι ένα από τα ελάχιστα μεγάλα και ολοκληρωμένα νεωτερικά “αφηγήματα” που έχουν διατυπωθεί ποτέ για το σύνολο της λειτουργίας του ανθρώπου.

Προσωποκεντρική Προσέγγιση

5. Η αμφιθυμία ως ρωγμή στα κυρίαρχα αφηγήματα πολιτικής ορθότητας

Στη δική μας προσέγγιση, η αμφιθυμία των γυναικών απέναντι στους άντρες είναι μια ένδειξη, όχι μόνο των ψυχικών ή σχεσιακών πιέσεων της εποχής, αλλά κυρίως των ιδεολογικών αντιφάσεων που τη διαπερνούν. Σε έναν ιδεολογικό κόσμο που απαιτεί καθαρές ταυτότητες και πολιτικά συνεπείς στάσεις, η αμφιθυμία καθίσταται σχεδόν ανυπόφορη. Όχι επειδή είναι παθολογική ή αδιέξοδη, αλλά επειδή αποκαλύπτει ρωγμές στα κυρίαρχα αφηγήματα χειραφέτησης και στην ψευδαίσθηση ενός εσωτερικά συνεκτικού, ορθολογικού υποκειμένου. Η αμφιθυμία δεν διαταράσσει απλώς την προσωπική αφήγηση των γυναικών – αποσταθεροποιεί τα ίδια τα καθεστώτα νοήματος μέσα στα οποία καλούνται να επιθυμούν, να σχετίζονται και να αυτοπροσδιορίζονται. Και, παράλληλα, αποκαλύπτει κάτι ενοχλητικό: ότι η υποκειμενική εμπειρία σπανίως ευθυγραμμίζεται με τα προοδευτικά αφηγήματα που, κατά τα άλλα, ομνύουν στη χειραφέτησή της.

Η κλινική εμπειρία, αλλά και η κριτική ματιά φεμινιστριών που κινούνται εκτός του κυρίαρχου προοδευτικού λόγου – όπως η βρετανίδα συγγραφέας Mary Harrington – αναδεικνύουν ένα επαναλαμβανόμενο παράδοξο μοτίβο: ορισμένες νεότερες εκδοχές του φεμινισμού και της λεγόμενης woke κουλτούρας, παρά τη ρητορική τους περί χειραφέτησης, καταλήγουν να κρατούν τις γυναίκες καθηλωμένες σε μια μορφή θεωρητικής, όχι βιωματικής, δύναμης. Η επιθυμία για σχέσεις με τους άντρες, για δέσμευση, φροντίδα ή προστασία, συχνά αποσιωπάται ή αναδιατυπώνεται ώστε να μην παραβιάζει ιδεολογικά όρια. Η λογοκρισία όμως αυτή δεν εξαφανίζει ούτε απελευθερώνει την επιθυμία – τη μετατρέπει σε ψυχική ένταση και συχνά σε εχθρική στάση απέναντι στην ετεροφυλοφιλική οικειότητα.

ΣXETIKO ΘΕΜΑ

Ο δικαιωματισμός, η κουλτούρα της αφύπνισης και η πολιτική ορθότητα ως βασική ιδεολογία διαμόρφωσης, πλαισίωσης και ηθικής νομιμοποίησης της νέας μορφής στην οποία μετασχηματίζεται ο καπιταλισμός σε αυτή την ιστορική του φάση.

Η Woke Κουλτούρα ως Κυρίαρχη Ιδεολογία της Μετα-ανθρώπινης Κοινωνίας

Είναι προφανές πώς όταν η χειραφέτηση μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση, παύει να λειτουργεί απελευθερωτικά και μετατρέπεται σε νέο κανονιστικό πλαίσιο που ορίζει εκ των προτέρων ποιες επιθυμίες επιτρέπονται και ποια βιώματα αναγνωρίζονται ως κοινωνικά αποδεκτά. Και όπως κάθε κανονιστικό πλαίσιο, δεν επιβάλλεται μόνο απέξω, αλλά εσωτερικεύεται – αναπαράγεται και βιώνεται από τα ίδια τα υποκείμενα ως κανονικότητα. Στα πλαίσια του νεοφιλελευθερισμού, γίνεται ένα «μεταμοντέρνο υπερεγώ», όπως το έχει περιγράψει ο Ζίζεκ,το οποίο δεν επιβάλλει πλέον την απαγόρευση, αλλά την ίδια την ελευθερία ως προσταγή, μετατρέποντας την απόλαυση και την αυθεντικότητα σε ηθικό καθήκον: «Απόλαυσε!» «Να είσαι ο εαυτός σου!» «Ζήσε αυθεντικά!».

Η θεραπεία, όταν τουλάχιστον δεν γίνεται συνεργός στη συγκρότηση και επιβολή του παραπάνω κανονιστικού πλαισίου, μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο επαναϊδιοποίησης της επιθυμίας, βοηθώντας τη γυναίκα όχι να την «εξηγήσει» ή να την εξημερώσει, αλλά να την αποενοχοποιήσει και να τη θέσει ξανά υπό τον έλεγχό της παρά τις ιδεολογικές και κοινωνικές πιέσεις. Σε αυτή την προοπτική, η αμφιθυμία παύει να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο προς υπέρβαση και αναγνωρίζεται ως εργαλείο κατανόησης: ένα ενδιάμεσο πεδίο όπου η επιθυμία για σύνδεση και δέσμευση συγκρούεται ιδεολογικά και ψυχολογικά με τις επιταγές της αυτονομίας και της αυτοπραγμάτωσης, καλώντας τη γυναίκα να βρει τη δική της θέση, χωρίς να αρνηθεί ούτε την επιθυμία ούτε την πραγματικότητα.

Παράλληλα με την ατομική ενδοσκόπηση, μια τέτοια θεραπευτική στάση, προϋποθέτει και κριτική απόσταση όχι μόνο από τους παραδοσιακούς καταπιεστικούς λόγους, αλλά και από τους κυρίαρχους λόγους της εποχής που παρουσιάζονται ως δεδομένα χειραφετητικοί. Επιτρέπει στις γυναίκες να διερευνήσουν, σε μια ιστορική προοπτική, την αλλαγή νοοτροπιών που έχει συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες και να σταθούν με λελογισμένη καχυποψία απέναντι στις διάφορες ιδεολογικές μόδες που, ενώ εμφανίζονται ως απελευθερωτικές μιλώντας εξ ονόματός τους, καταλήγουν να τους επιβάλλουν νέες μορφές κανονικότητας στο όνομα της προόδου.

6. Η πολιτική της αμφιθυμίας: ιδεολογικοί ανταγωνισμοί, ουτοπίες και ωρίμανση

Σε πολιτικό επίπεδο, οι σχέσεις ανδρών και γυναικών μετατρέπονται συχνά σε πεδίο ιδεολογικών προβολών. Όσοι κινούνται δεξιόστροφα τείνουν να τις αντιμετωπίζουν ως «λύση» σε μια σειρά από κοινωνικές κρίσεις – οικονομικές, πολιτισμικές, δημογραφικές – απηχώντας μια σχεδόν σωτηριολογική προσδοκία. Αντίθετα, όσοι κινούνται αριστερόστροφα συχνά τις προσεγγίζουν ως εγγενές πρόβλημα προς αποδόμηση, ως αναχρονιστικό κατάλοιπο ενός καταπιεστικού παρελθόντος. Και στις δύο περιπτώσεις, η σχέση άνδρα και γυναίκας φορτίζεται με νοήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ τη βιωμένη εμπειρία. Ενώ από μόνες τους δεν είναι κάτι «αριστερό» ή «δεξιό», οι σχέσεις γίνονται όπλα στον ιδεολογικό ανταγωνισμό. Και προφανώς δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι και οι δύο πόλοι επενδύουν τόσο έντονα στο ζήτημα των σχέσεων: αποκαλύπτει πόσο κεντρικές παραμένουν οι ετεροφυλόφιλες σχέσεις για τη μορφή που λαμβάνουν κάθε φορά οι κοινωνίες – αλλά και πόσο αφόρητη μας είναι η συγκρουσιακή και ανορθολογική «φύση» τους.

Μάλλον χρειαζόμαστε νέα αναλυτικά εργαλεία και μια νέα γλώσσα για τις σχέσεις. Η γλώσσα της θεραπείας από μόνη της δεν επαρκεί – το φαινόμενο δεν είναι στενά ατομικό. Ούτε όμως και τα υπόλοιπα εργαλεία της νεωτερικότητας αρκούν: η επίκληση του ορθολογισμού, του ακραίου ατομικισμού και της γραμμικής αντίληψης της προόδου δεν μπορεί να αρθρώσει μια πειστική κριτική στα μετανεωτερικά ιδεολογήματα, από τη στιγμή που τα ίδια αυτά εννοιολογικά σχήματα συνέβαλαν στην εμφάνισή τους. Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να επανεξετάσουμε το περιεχόμενο και τα όρια εννοιών όπως ο φιλελευθερισμός, ο συντηρητισμός, ο φεμινισμός. Να αντέξουμε ακόμα και τη συνύπαρξη εννοιών που μέχρι πρότινος μας φαινόταν αδιανόητο να εκφέρονται μαζί – όπως, λόγου χάρη, η ιδέα ενός «συντηρητικού φεμινισμού». Σε αυτή τη λογική, δεν θα ήταν παράλογο το ενδεχόμενο ακόμα και το επαναστατικό να ταυτίζεται σήμερα με το συντηρητικό και, αντιστρόφως, το προοδευτικό να φλερτάρει επικίνδυνα με το ολοκληρωτικό.

Μπορούμε να είμαστε προοδευτικοί χωρίς να αρνούμαστε την ανάγκη για όρια – και συντηρητικοί χωρίς να γινόμαστε δογματικοί.

Κατανόηση και αποδοχή της αμφιθυμίας θα σήμαινε τότε και μεγαλύτερη ανοχή στη σύγκρουση και την αντιπαλότητα που «μοιραία» γεννά η διαφορά. Ιστορική εμπειρία χιλιάδων χρόνων έχει δείξει ότι η «επιθυμία κατίσχυσης» δεν είναι ξένη προς την ανθρώπινη «φύση». Κόντρα στα μετανεωτερικά ιδεολογήματα περί ανεκτικότητας και μη-συγκρουσιακότητας, η κάθε κοινωνική σχέση είναι και «πόλεμος». Μάλιστα, η διάθεση επιρροής και κατάκτησης του άλλου δεν είναι μόνο ανδρικές «τοξικές» αξίες, είναι ζητούμενο και των γυναικών – απλώς εκείνες την εκφράζουν συνήθως διαφορετικά. Όπως το περιγράφει ο, κατασυκοφαντημένος τα τελευταία χρόνια ως ακροδεξιός, γάλλος διανοούμενος Μπρυκνέρ, «οι αναπόφευκτες ανατομικές διαφορές, οι δυνατότητες που προσφέρονται στο ένα φύλο και απαγορεύονται στο άλλο, η ικανότητα για τεκνοποίηση ή οι διαφορετικές μορφές απόλαυσης, εμποδίζουν να γίνει πραγματικότητα το όνειρο μιας αρμονικής συνεννόησης».

Καλό θα ήταν, επομένως, να μην βαυκαλιζόμαστε με ουτοπίες. Το γεγονός ότι αποκηρύσσουμε συλλογικά την καταπίεση των γυναικών ως απάνθρωπη δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη κριτικής – ούτε, πολύ περισσότερο, αυτοκριτικής. Οι αφορισμοί του τύπου «για όλα φταίει ο φεμινισμός» είναι προφανώς αφελείς. Αυτό όμως δεν οδηγεί αυτόματα στο αντίστροφο συμπέρασμα ότι ο φεμινισμός αποτελεί τη «λύση» για κάθε υπαρξιακό, σχεσιακό ή κοινωνικό πρόβλημα. Ιδίως όταν στην πράξη διαπιστώνουμε ότι ορισμένες εκδοχές του γεννούν νέα αδιέξοδα. Όπως σημειώνει εύστοχα πάλι ο Μπρυκνέρ, «μπορούμε να είμαστε φεμινιστές χωρίς να είμαστε αφελείς ή ανόητοι». Και ακόμα, θα προσθέταμε, μπορούμε να είμαστε προοδευτικοί χωρίς να αρνούμαστε την ανάγκη για όρια – και συντηρητικοί χωρίς να γινόμαστε δογματικοί.

7. Μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας: ηθικά και θεραπευτικά διλήμματα

Σε θεραπευτικό αλλά και ηθικό επίπεδο, θα χρειαστεί μάλλον να αντέξουμε αλήθειες που έχουμε συνηθίσει να αποφεύγουμε. Και αυτό, όπως σημειώνει η Harrington, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τις νέες γενιές, που μεγαλώνοντας μπροστά σε απείρως επεξεργάσιμους ψηφιακούς καθρέφτες, έχουν διαμορφώσει την πεποίθηση (σχεδόν «παρανοειδή», θα λέγαμε) ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουν κάποια ανεπιθύμητη πραγματικότητα είναι να τη διαγράψουν – ψηφιακά, ιατρικά ή και τα δύο. Η απαίτηση να συμφιλιωθούν πλήρως επιθυμία, ιδεολογία και πραγματικότητα μπορεί να είναι μέρος του ίδιου του προβλήματος. Ίσως χρειάζεται να ωριμάσουμε ψυχολογικά ή, με ψυχαναλυτικούς όρους, να περάσουμε στην καταθλιπτική θέση, στη συνειδητοποίηση δηλαδή ότι δεν μπορούμε να είμαστε τα πάντα ούτε να τα έχουμε όλα – και ότι αυτή η αδυναμία δεν είναι αποτυχία, αλλά αναπόφευκτος όρος της πραγματικότητας.

Εκείνο που δεν αντέχεται τελικά, δεν είναι η αμφιθυμία καθαυτή, αλλά το γεγονός ότι μας στερεί τη φαντασίωση μιας σταθερής, αδιαμφισβήτητης θέσης. Μας αναγκάζει να υπάρξουμε χωρίς βεβαιότητες, χωρίς ιδεολογικά δεκανίκια και χωρίς εύκολες απαντήσεις που μας απαλλάσσουν από την ευθύνη της επιλογής. Αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε σε αυτή τη φάση, είναι ότι η αμφιθυμία δεν είναι απαραίτητα ζήτημα προς επίλυση. Πριν επιχειρήσουμε να τη «διορθώσουμε», προέχει να κατανοήσουμε πώς βιώνουν οι ίδιες οι γυναίκες την ένταση ανάμεσα σε αντικρουόμενες προσδοκίες, πεποιθήσεις και ανάγκες – ακούγοντας αυτό που έχουν να μας πουν, όχι μόνο όταν συμφωνεί με αυτό που θέλουμε να ακούσουμε, αλλά κυρίως όταν κλονίζει τις βεβαιότητές μας.

Η απαίτηση να συμφιλιωθούν πλήρως επιθυμία, ιδεολογία και πραγματικότητα μπορεί να είναι μέρος του ίδιου του προβλήματος.

Ποια θα ήταν, λοιπόν, μια θεραπευτικά υπεύθυνη και ηθικά έντιμη στάση απέναντι σε ένα τόσο σύνθετο ψυχοπολιτικά και ψυχοκοινωνικά φαινόμενο; Πώς καλείται άραγε να σταθεί ένας θεραπευτής όταν έχει απέναντί του μια γυναίκα που καίγεται από την ίδια της την επιθυμία, που θεωρητικά ευθυγραμμίζεται με την κυρίαρχη πολιτική ορθότητα, αλλά στην πράξη σχετίζεται, αγαπά και δεσμεύεται πολιτικά ανορθόδοξα; Οφείλει να στηρίξει την ανάγκη της για ουτοπίες πλήρως ισότιμων, συμμετρικά ικανοποιητικών και μη συγκρουσιακών σχέσεων; Ή να σταθεί δίπλα της στην ανάγκη της για μια πραγματική σχέση, εδώ και τώρα, με έναν εξίσου πολιτικά ανορθόδοξο άντρα, ακόμη και αν αυτό σημαίνει μια σχέση που διέπεται από ασυμμετρίες και παραφωνίες;

Το πιο δύσκολο και μάλλον το πιο έντιμο, δεν είναι η επιλογή «σωστής» πλευράς ή η επιβεβαίωση συγκεκριμένων επιλογών, αλλά η αντοχή αυτής της έντασης και παράλληλα η κατανόηση των συνθηκών μέσα στις οποίες αυτές οι επιλογές αποκτούν νόημα – χωρίς εξιδανίκευση, χωρίς ηθικολογία και χωρίς ψευδαισθήσεις.

ΣXETIKO ΘΕΜΑ

Μια περιπλάνηση στα κυρίαρχα και μη νοήματα του κόσμου, μια αναδόμηση της προσωπικής ιστορίας και ένας προσανατολισμός στον χώρο και στον χρόνο: αυτή είναι η εμπειρία της θεραπείας.

Ψυχολογικές – Ψυχοθεραπευτικές Υπηρεσίες

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Για μια κοινωνιολογική και πολιτισμική ανάλυση των επιπτώσεων της μετανεωτερικότητας στην ελληνική κοινωνία, καθώς και το πώς οι κοινωνικές διεργασίες στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης έχουν μετατοπίσει τις αξίες, την υποκειμενικότητα και τα συλλογικά νοήματα/νοοτροπίες, βλέπε: Μελάς, Κ. & Παπαμιχαήλ, Γ. (2016). Το Ανυπόφορο Βουητό του Κενού: Όψεις της μετανεωτερικότητας στην ελληνική κοινωνία. Αθήνα: Εκδόσεις ΑΓΓΕΛΑΚΗ.

2. Για μια φιλοσοφική θεώρηση της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας ως πεδίου όπου η αυτοσυντήρηση, οι σχέσεις ισχύος και ο πόλεμος αποτελούν θεμελιώδεις «πραγματολογικές» συνθήκες συγκρότησης των κοινωνικών σχέσεων, καθώς και για το πώς αυτές οι συνθήκες εντάσσονται στη σύγχρονη εποχή (οικονομία της αγοράς, μετανεωτερική ρευστότητα), βλέπε: Μεταξόπουλος, Α. (2005). Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική: Όψεις του μετανεωτερικού κόσμου υπό το φως της θεωρίας της κοσμοκατασκευής. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη.

3. Για το πώς οι σύγχρονες κοινωνικές και πολιτισμικές αφηγήσεις περί ενοχής, ιστορικής αποκατάστασης και αντιρατσισμού μπορούν να δημιουργήσουν νέες μορφές ταυτοτικών πιέσεων, μετατρέποντας την αυτοκριτική σε ένα νέο είδος ηθικού καθήκοντος ή κοινωνικής πειθάρχησης, βλέπε: Μπρυκνέρ, Π. (2022). Ένας Σχεδόν Τέλειος Ένοχος. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη. [Οι δύο φράσεις του Μπρυκνέρ που αναφέρονται στο άρθρο: ««οι αναπόφευκτες ανατομικές διαφορές, οι δυνατότητες που προσφέρονται στο ένα φύλο και απαγορεύονται στο άλλο, η ικανότητα για τεκνοποίηση ή οι διαφορετικές μορφές απόλαυσης, εμποδίζουν να γίνει πραγματικότητα το όνειρο μιας αρμονικής συνεννόησης»» και «μπορούμε να είμαστε φεμινιστές χωρίς να είμαστε αφελείς ή ανόητοι», βρίσκονται στις σελίδες 209 και 210 αντίστοιχα του συγκεκριμένου βιβλίου.]

4. Για μια κριτική των σύγχρονων αφηγήσεων περί «προόδου» στον φεμινισμό και τον ρόλο της τεχνολογίας και της αγοράς στη συγκρότηση της γυναικείας επιθυμίας και εμπειρίας, βλέπε: Harrington, Μ. (2023). Feminism Against Progress. London: Swift Press Ltd, καθώς και τη γενικότερη αρθρογραφία της στο site Unherd

5. Για μια απόπειρα κοινωνιολογικής και ψυχαναλυτικής αποδόμησης των κυρίαρχων μετανεωτερικών αφηγήσεων περί ταυτότητας και ατομικισμού, οι οποίες διαβρώνουν τις σχέσεις του υποκειμένου με τον Άλλο και με θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές, βλέπε: Λίποβατς, Θ. (2021). Κριτική του μετανεωτερικού Λόγου: Τα παράδοξα του ατομικισμού. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ.

6. Για το πώς η «ρευστότητα» της σύγχρονης κοινωνίας επιβάλλει στα υποκείμενα συνεχείς προσαρμογές, αυτοεπιτήρηση και εσωτερικευμένες μορφές ρύθμισης, που καθορίζουν τις επιθυμίες και τις συμπεριφορές, βλέπε: Bauman, Ζ. (2000). Liquid Modernity. UK: Polity Press.

7. Για μια ψυχαναλυτική προσέγγιση της γυναικείας επιθυμίας, η οποία τονίζει τα δομικά όρια κάθε προσπάθειας κανονικοποίησής της, βλέπε: Σεμινάριο XX (Encore) του Ζακ Λακάν.

8. Για το πώς η πειθάρχηση της σεξουαλικής επιθυμίας επιτυγχάνεται όχι μέσω απαγορεύσεων, αλλά μέσω μηχανισμών γνώσης και αυτοεπιτήρησης που συμβάλλουν στην κανονικοποίησή της, βλέπε: πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας του Μισέλ Φουκώ.

9. Για μια προσέγγιση του λεγόμενου 4ου κύματος του φεμινισμού, η οποία επενδύει θεωρητικά και πολιτικά στη ρευστότητα και την επιτελεστική ανατροπή των έμφυλων κατηγοριών/κανονικοτήτων, βλέπε το εμβληματικό στο χώρο αυτό βιβλίο: Butler, J. (1990). Αναταραχή Φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας. (Gender Trouble: Feminism and the Subversion of Identity). Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2009.

10. Για την ανάδειξη και ψυχαναλυτική κριτική του σύγχρονου «μεταμοντέρνου υπερεγώ» που αντικαθιστά τις παραδοσιακές απαγορεύσεις με την εντολή «να απολαμβάνεις», βλέπε: Žižek, S. (1999, March 18). ‘You May!’. London Review of Books, 21(6).

Αν είχε κάποιο νόημα για εσάς αυτό το άρθρο θα χαρώ να πάρετε μέρος στη συζήτηση.

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας στο τέλος του άρθρου στα ήδη υπάρχοντα0σχόλια.
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Βιβή Φατούρου

Βιβή Φατούρου

Είμαι η Βιβή Φατούρου και στη δουλειά μου ως ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια βοηθάω τους ανθρώπους να γίνουν όλα όσα μπορούν να γίνουν. Γράφω κείμενα γύρω από όλα τα ανθρώπινα με βάση τη δική μου κατανόηση για τη ζωή, τα οποία στέλνω με email σε όλα τα μέλη της κοινότητας του Ψυχολογώ: Εγγραφή.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Εγγραφή στο Newsletter

Μείνετε σε επαφή με το Ψυχολογώ για να λαμβάνεται στο email σας τα νέα άρθρα και να ενημερώνεστε πρώτοι για οτιδήποτε καινούργιο συμβαίνει στο blog.

Τα στοιχεία σας παραμένουν απόρρητα και εμπιστευτικά. Όροι Χρήσης.

No comment yet, add your voice below!


Προσθήκη σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ψυχοθεραπευτικές Συμβουλευτικές Υπηρεσίες

Ενημερωθείτε για τις υπηρεσίες που προσφέρω και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύω.